κουδούνι (ηλεκτρικό)

Ηχητικός μηχανισμός. Αποτελείται βασικά από έναν μεταλλικό κώδωνα, που τίθεται σε παλμική κίνηση από τις κρούσεις ενός πλήκτρου, το οποίο με τη σειρά του ενεργοποιείται από έναν ηλεκτρομαγνήτη. Το κ. χρησιμοποιείται ως συσκευή σηματοδότησης. Τα ηχητικά χαρακτηριστικά του εξαρτώνται από τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του κώδωνα, καθώς και από τον αριθμό των κρούσεων του πλήκτρου ανά μονάδα χρόνου. Το κ. οικιακής χρήσης αντιπροσωπεύει, από ιστορική άποψη, μία από τις πρώτες εφαρμογές του ηλεκτρομαγνήτη. Εμφανίστηκε περίπου στα μέσα του 19ου αι. και για μερικές δεκαετίες διατήρησε την αρχική του τροφοδοσία με συνεχές ρεύμα, παρεχόμενο αποκλειστικά από στήλες του τύπου Λεκλανσέ. Αργότερα, τα κ. που τροφοδοτούνταν από στήλες αντικαταστάθηκαν με εκείνα που χρησιμοποιούσαν το ηλεκτρικό ρεύμα φωτισμού (εναλλασσόμενο ρεύμα). Το κύκλωμα λειτουργίας ενός κ. είναι αρκετά απλό: η πίεση που ασκείται σε ένα κατάλληλο κουμπί κλείνει το κύκλωμα, τροφοδοτώντας με ρεύμα τα πηνία του ηλεκτρομαγνήτη· ο τελευταίος διεγείρεται και έλκει έναν οπλισμό από μαλακό σίδηρο, στον οποίο είναι προσαρμοσμένο το πλήκτρο που χτυπά το κ. Η έλξη του οπλισμού διακόπτει το κύκλωμα (μέσω κατάλληλα τοποθετημένων επαφών) και ο ηλεκτρομαγνήτης παύει να έλκει τον οπλισμό, ο οποίος επανέρχεται στην αρχική του θέση από ένα έλασμα ανταγωνιστικό ή επαναφοράς, κλείνοντας εκ νέου το κύκλωμα. Αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται όσο δεν διακόπτεται η πίεση που ασκείται με το χέρι στο κουμπί. Το κ. χρησιμοποιείται ως ηχητικό μέσο κλήσης στις κατοικίες, στα γραφεία, στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, στις τηλεφωνικές συσκευές κλπ. Τα κ. αυτόματης λειτουργίας χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις συναγερμού, καθώς και σε περιπτώσεις κλοπής ή πυρκαγιάς. Ο ηλεκτρομαγνήτης (1), όταν το κουμπί κλείνει το κύκλωμα, έλκει τον οπλισμό (2) με αποτέλεσμα να χτυπά το πλήκτρο (3) του κουδουνιού (4). Ο οπλισμός, με την περιστροφή αυτή γύρω από το στήριγμά του (5), διακόπτει την επαφή (6) και επιστρέφει στην αρχική του θέση για έναν νέο κύκλο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ηλεκτρισμό («ηλεκτρικός αγωγός») 2. αυτός που προκαλείται ή παράγεται από το ηλεκτρικό ρεύμα, από τον ηλεκτρισμό («ηλεκτρικό φως») 3. αυτός που παράγει ηλεκτρισμό («ηλεκτρική μηχανή») 4. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτραγγέλτης — ο ειδική ηλεκτρική συσκευή που με ήχο ή φως αναγγέλλει αυτόματα ένα συμβάν, π.χ. ηλεκτρικό κουδούνι, σειρήνα κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλεκτρ(ο) * + αγγέλλω] …   Dictionary of Greek

  • τηλέφωνο — Το σύνολο των συσκευών και διατάξεων που απαιτούνται για την πραγματοποίηση μιας τηλεπικοινωνίας, κατά την οποία μεταβιβάζεται η ομιλία. Ένα τηλεφωνικό σύστημα αποτελείται βασικά από ένα μικρόφωνο, από ένα μέσο σύνδεσης, από ένα ακουστικό και από …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.